Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2007

To Ντιβιντί, το Βήμα και ο Λένιν

Καλέ μου Γουτεμβέργιε, ιδρυτή της τυπογραφίας.
Αγαπητή Χριστίνα, βασίλισσα της Σουηδίας που εν έτει 1645 ίδρυσες τη πρώτη εφημερίδα στο κόσμο (*)
Αξιοσέβαστε Πάνο Σόμπολε (**)

Με τη παρούσα αυτο-εξευτελιστική μου επιστολή, δηλώνω ευθαρσώς την ενοχή μου. Ναι, είμαι ένοχος. Αμάρτησα για το ντιβιντί μου. Για την ακρίβεια για το ντιβιντί που κυοφορούσε στη χοντρή κοιλιά του το Βήμα της παρελθούσης Κυριακής. Το λέγανε Good Bye Lenin κι΄ ήταν στα κοκκινόμαυρα. Θυμήθηκα τις διθυραμβικές κριτικές που συνόδευαν την πρεμιέρα της και κάτι σκίστηκε μέσα μου. Άφησα να μου γλιστρήσει μέσα από τα ιδρωμένα (από το καλοριφέρ) χέρια μου η Καθημερινή, τράβηξα με χίλια βάσανα το βλέμμα από την Ελευθεροτυπία και με τρεμάμενα (από το πάρκινσον) χέρια αγόρασα το Βήμα.

Να σας υπενθυμίσω εδώ κύριοι ένορκοι- κύριοι δικασταί, ότι η φυλή των διανοουμένων είναι παλαιόθεν τριχοτομημένη: ο αφρός είναι ερωτευμένος με τη Καθημερινή, η οποία ως γνωστόν έχει μιαν αριστοκρατικότητα, μιαν κλάσιν. Τελευταίως δε, οικολογίζει δεόντως αποκτώντας μια φρεσκάδα και νεότητα, εις βάρος της Ελευθεροτυπίας. Της εφημερίδας των αριστεριζόντων διανοουμένων, που ναι μεν εσυμβiβάσθημεν αλλά ακόμα το πάμε το γράμμα, αν με εννοείς, και που από τότε που έδιωξε τον Σεραφείμ Φυντανίδη τσουλάει προς τα κάτω και σταματημό δεν έχει. Τέλος, είναι η κατηγορία των εραστών του Βήματος. Των (μικρο)αστών αλλά με μια-δυό ευαισθησίες και μυριάδες ενοχές. Που είναι του συστήματος, αλλά εντάξει δεν είμεθα και ακραίοι βρε αδερφέ. Οπότε καταλαβαίνετε τι παθαίνω, κάθε που τη ξεφυλλίζω. Αυτή τη φορά έκατσα και ξεφύλλισα το ένθετο ΒΗΜagazino. Θεέ και Κύριε! Όλα τουρλού – τουρλού: η αναταραχή στο Κοσσυφοπέδιο παρέα με « 4 Σεφ που άλλαξαν τη κουζίνα μας», «Γυναίκες στο Στόχαστρο» αγκαζέ με τα τελευταία κουτσομπολιά της καλής κοινωνίας, αφιέρωμα στη «Φασολάδα της Κονσέρβας», εμπνευσμένα άρθρα του στυλ «Γιατί κλείνει η φωνή μας;», αφιέρωμα στους Street Artists αλλά και Ωροσκόπιο με ειδική αναφορά «Τι προβλέπουν τα άστρα για τον Αλέη Τσίπρα» !! Κάποιος έχασε το βήμα του και δεν ξέρει που πάει και που βρίσκεται your Honer.

( * ) Ποστ οχ Ινρικες Τιντνινγκαρ (κατά λέξη ''Δελτία εθνικής ενημέρωσης'')
Η παλαιότερη εφημερίδα του κόσμου, η σουηδική Post och Inrikes Tidningar (PoIT) (κατά λέξη ''Δελτία εθνικής ενημέρωσης'') έπαψε να τυπώνεται στα τέλη Δεκεμβρίου 2006 και οι πιστοί της αναγνώστες στο εξής διαβάζουν την ηλεκτρονική της έκδοση.

(* * ) No further comments required

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Μην σκας..

..we' re all fucking losers !
Η πρεμιέρα του Little Miss Sunshine (φωτό) στην Αθήνα έγινε στις αρχές του Ιανουαρίου 2007, αλλά αξιώθηκα να το δω -και μάλιστα όχι σε σινεμά αλλά σε βίντεο-μόλις σήμερα . Σήμερα, 12 Δεκεμβρίου, που πολλοί υπάλληλοι απεργούν και διαδηλώνουν. Άλλοι τόσοι παρακολουθούν φοβισμένοι τις εξελίξεις σε ασφαλιστικό, άλλο ένα άγχος που προστίθεται στο εμπεδωμένο πιά φόβο για τη δουλειά. Τη δουλειά που ακόμα δεν μπόρεσες να την έχεις ή που ακόμα ( για πόσο;) την έχεις.
«Στη ζωή υπάρχουν 2 ειδη ανθρώπων» λέει ο μπαμπάς στο Little Miss Sunshine «οι νικητές και οι χαμένοι. Διάλεξε σε ποια κατηγορία ανήκεις». Μεγάλη αλήθεια, αφού ασυνείδητα ο καθένας μας γράφει το σενάριο της ζωής του. Μα και ταυτόχρονα μεγάλο ψέμα αφού στη ζωή –όπως και στο σινεμά- κανένας δεν μπορεί να αποφύγει τις έξωθεν παρεμβάσεις. Στη βιομηχανία του κινηματογράφου είναι οι «διορθωτικές» πινελιές των παραγωγών. Στη ζωή οι «νομοθετικές ρυθμίσεις» των ιθυνόντων.

Για αυτό όταν έρθει η στραβή –γιατί κάποτε θάρθει- μην αιφνιδιαστείς, απλά και ψύχραιμα αποδέξου την και περίμενε. Μπόρα είναι θα περάσει. Και κυρίως μην εσωτερικεύσεις ποτέ την στραβή σαν αποτυχία. Δεν είσαι ο αποτυχημένος σε ένα κόσμο επιτυχημένων..
Η αν θες αλλιώς, είμαστε όλοι λούζερς. Οι νικητές είναι καρικατούρες που υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας και στις διαφημίσεις.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2007

Και Ραδίκια Και Καμπάρι

Στον ύπνο μου ο Τσαγκαρουσιάνος με κοιτούσε υποτιμητικά ..

Αν μετά τις 9, εξακολουθεί να λέγεται πρωί, τότε ναι πρωί ήτανε όταν αγουροξυπνημένος κατευθύνθηκα προς το μικρό καφενείο. Εκεί, έναντι αντιτίμου ογδοήκοντα λεπτών, ρούφηξα αργά, έναν μέτριο ελληνικό. Ο χειμωνιάτικος ήλιος τρύπωνε μια χαρά από το πλατάνι, ζέστανε όχι μόνο τον υποφαινόμενο αλλά και το λίγα μέτρα πιο μακριά παλιό αγροτικό. Έτσι έλπιζα ότι δεν θα αργήσει να εξατμιστεί και η δροσιά που εμπόδιζε τη γέρικη μηχανή του να πάρει μπροστά.


Μετά από απροσδιόριστο χρόνο βρέθηκα να οδηγώ μισολασπωμένους χωματόδρομους που οδηγούσαν στον απέναντι λόφο. Μα χρειάστηκε άλλο ένα εικοσάλεφτο ποδαρόδρομος -φυσικά ανηφόρα- μέχρι το μικρό βιολογικό κτήμα με τις ελιές.
Τα ραδίκια είχανε μεγαλώσει πιά και βάλθηκα να τα βγάζω με το σουγιά. Όταν σκοτείνιασε ξαφνικά, και άρχισαν οι ψιχάλες της βροχής να πληθαίνουν επικίνδυνα, σχεδόν είχα γεμίσει μια σακούλα αλλά και είχα προλάβει να κόψω και δυό κλαδιά από τον κέδρο στην άκρη του κτήματος. Θα ήταν τα χριστουγεννιάτικά μας δέντρα, μια καλή θαρρώ εναλλακτική από το κόψιμο των κορυφών που σακατεύουν τα έλατα αλλά και τη κιτσαρία των πλαστικών.
Όταν μετά από λίγο επέστρεψα στο σπίτι τα ραδίκια βρασμένα στον ατμό κάνανε παρέα στο τραπέζι με άσπρα ξερά φασολάκια περιχυμένα με ελαιόλαδο καθώς και φρέσκο μαριδάκι τηγανισμένο. Τα φάγαμε λαίμαργα χωρίς ψωμί, με τη συνοδεία ενός ημίγλυκου κρασιού από τη Λήμνο που απάλυνε τη ελαφριά πικράδα που έχουν τα άγρια ραδίκια. Για τα παιδιά τη πόλης που δεν έχουν ιδέα από αυτά, αλλά διαθέτουν φαντασία, να πω ότι η πικρίλα αυτή είναι ευχάριστα ανεκτή όπως για παράδειγμα εκείνη από το Καμπάρι.
α
Η ιεροτελεστία ολοκληρώθηκε όχι με το μάζεμα τω πιάτων βέβαια, αλλά με ξάπλωμα στο δίπλα καναπέ με τη ξυλόσομπα να καίει γουργουριστά. Ούτε μισή σελίδα δεν πρόλαβα να διαβάσω από το LIFO, που μου είχε φέρει η μικρή από Αθήνα. Στον ύπνο μου ο Τσαγκαρουσιάνος με κοιτούσε υποτιμητικά. Στάθη συγχώρα με, μα θα το ξανακάνω!