Είναι απίστευτο πόσο ωραία κείμενα μπορεί να ανακαλύψει κανείς στο Διαδίκτυο και κάθε φορά που βρίσκω κάτι χαίρομαι πραγματικά και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας. Αλήθεια, τι καλύτερο θα μπορούσε να γράψει κανείς για το επίπεδο του πολιτικού λόγου που κυριαρχεί (όπως πχ στη πρόσφατη τηλεμαχία των πολιτικών αρχηγών) ή για το τι σημαίνει στη πράξη δημοκρατία, από αυτά που ακολουθούν;
1. Η σημασία της σαφήνειας του λόγου
Δύο από τις πιό χαρακτηριστικές ιδιότητες του κόσμου στον οποίον ζεί εδώ και 16 αιώνες η ανθρωπότητα, είναι η υπερβολική ασάφεια και η μεγάλη δεξιοτεχνία στην παραποίηση.
Αυτή η ίδια η προέλευση άλλωστε του συγκεκριμένου “πολιτισμού” που τώρα κυριαρχεί, προϋποθέτει αξιωματικά κάτι τέτοιο, αφού ένας πολύ πονηρός τρόπος για να κρύβει κανείς την όποια ανεπιθύμητη, για αυτόν, αλήθεια είναι να μιλάει ακατανόητα ή με ασάφεια, αλλά και να παραχαράζει ή να παραποιεί γεγονότα και νοήματα.
Οι αρχαίοι Έλληνες, έδιδαν μεγάλη προσοχή στην ακριβολογία, για αυτό άλλωστε και έφθασαν την ανθρώπινη νόηση στα ύπατα ιστορικά της σημεία. Κάθε λέξη σήμαινε ένα πολύ συγκεκριμένο πράγμα, ούτε ένα χ παραπλήσιο, ούτε ένα ψ παρόμοιο. Από τους ομηρικούς κιόλας χρόνους, βρίσκουμε να χρησιμοποιούν εν συνόλω δώδεκα (12 !!!) ρήματα για το “βλέπω”, και συγκεκριμένα τα βλέπειν, θεωρείν, ειδείν, οράν, λεύσσειν, αθρείν, θεάσθαι, σκέπτεσθαι, όσσεσθαι, δενδίλλειν, δέρκεσθαι και παπταίνειν, ένα διαφορετικό δηλαδή ρήμα για κάθε διαφορετικό κοίταγμα.
Γίνεται σαφές εδώ λοιπόν ότι όποιος θέλει να πολεμήσει ενάντια στον “πολιτισμό” της ασάφειας και της παραποιήσεως, οφείλει, πριν από οτιδήποτε άλλο, να υπερασπισθεί και να παλινορθώσει το ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ των λέξεων και των όρων.
2. Τι εστί Δημοκρατία;
Πέρα από τους όποιους ισχυρισμούς των σύγχρονων απατεώνων και μεταπρατών του όρου, αυτός ο όρος, τον οποίο γέννησε η υψηλή ακριβολογία των πολυθεϊστών πραγματικών Ελλήνων της αρχαιότητος, σημαίνει ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ, δηλαδή ΑΜΕΣΗ διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων από το εύτακτο σώμα των ενεργών πολιτών. Η ερμηνεία αυτή, δημιουργεί ωστόσο από μόνη της πρόβλημα, αφού εισάγει ως απαιτούμενα, την ΑΜΕΣΟΤΗΤΑ (Άμεση Δημοκρατία) και την πολιτική ΑΥΤΕΝΕΡΓΕΙΑ.
Στην αρχαία Ελλάδα, μία “Πόλις” δεν ήταν μόνον τα χώματα ή τα σπίτια της, όπως η ρωμαϊκή Urbs. Αυτό που επιπροσθέτως κοσμούσε τον όρο, ήταν η ύπαρξη του Δήμου, της ΜΟΙΡΑΣΙΑΣ δηλαδή των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, μέσα από (αυτο)θεσμούς που έδεναν σε συμπαγές πολιτικό σώμα τους πολίτες. Για τους πραγματικούς Έλληνες, δεν υπήρχε η σύγχρονη διάσταση, έως αντιπαλότητος, του προσωπικού στοιχείου από το πολιτικό, της προσωπικής συνειδήσεως από την κοινοτική. Δεν νοείτο για τους Έλληνες αδιαφορία για τα πολιτικά πράγματα ή αποφυγή σαφούς θέσεως, ιδίως σε περιπτώσεις διαμαχών.
Στα τέλη του 18ου αιώνος, η καρμανιόλα γκρέμισε την θεοκρατία, δεν μπόρεσε όμως να παλινορθώσει την πραγματική Δημοκρατία, δηλαδή την Άμεση. . Αυτό που επεκράτησε παγκοσμίως, ήταν τελικά ο αστείος αγγλικός “Κοινοβουλευτισμός”, ενώ από την γαλλική έκρηξη έμεινε τελικά ο αφελής εξισωτισμός του “εγκαλιτέ” που, αντίθετα από την πραγματική Δημοκρατία, επέτρεψε το ανέβασμα στο πολύ δύσκολο βάθρο του πολίτη, του οποιουδήποτε είχε απλώς.. ανθρώπινο σχήμα και ήξερε να.. ομιλεί.
Η πραγματική και ΑΜΕΣΗ Δημοκρατία προϋποθέτει την εύκολη πρόσβαση του πολίτη στα αξιώματα της Εξουσίας, κάτι που ο σημερινός Κοινοβουλευτισμός δεν προσφέρει, με τα πλαφόν ποσοστών (στη χώρα μας μάλιστα μηδενίζεται ο όποιος πολιτικός λόγος αδυνατεί να ξεπεράσει το 3% των ψήφων), τις μη απλές αναλογικές και τα τεράστια οικονομικά μεγέθη που απαιτούνται για μία στοιχειωδώς αποτελεσματική προεκλογική προσπάθεια: “Ολιγαρχικό πολίτευμα υπάρχει όταν εξουσιάζουν το πολίτευμα εκείνοι που έχουν περιουσίες” τονίζει πολύ σωστά και με κάθε σαφήνεια ο Αριστοτέλης (“Πολιτικά” 1279β, 18).
Προϋποθέτει επίσης την βουληφορία ΜΟΝΟΝ των ενεργών, ελευθεροφρόνων και πληροφορημένων πολιτών, αφού η εξίσωση των τελευταίων, μέσω της τρελλής “λόγικής” μία ψήφος προς μία ψήφο, με τους αδιάφορους, τους φοβικούς και εν πλήρει άγνοια τυγχάνοντες, αποτελεί ουσιαστικά μία απαξίωση του ανθρώπου και μία τυραννία των αθλίων.
που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διιπετές», τεύχος 35, Μάϊος “2000”)