..Ο Σιντάρτα έβλεπε τους ανθρώπους να ζουν με τρόπο παιδικό και ζωώδη και άλλοτε την αγαπούσε αυτή τη ζωή και άλλοτε τη περιφρονούσε..Τους έβλεπε να μοχθούν να υποφέρουν και να γερνούν για πράγματα κατά τη γνώμη του εντελώς ανάξια, για λεφτά, για απολαύσεις, για τιμές.. Στεκόταν ανοιχτός σε οτιδήποτε του πρόσφεραν οι άνθρωποι.. Και έρχονταν πολλοί σ΄αυτόν, άλλοι για να εμπορευθούν μαζί του, άλλοι για να τον εξαπατήσουν, άλλοι για να βολιδοσκοπήσουν, άλλοι για για να ζητήσουν την βοήθειά του, άλλοι για να τον συμβουλευτούν. Κι΄αυτός έδινε συμβουλές, συμπονούσε, έκανε δώρα, άφηνε να τον εξαπατήσουν λίγο ..
Μια φορά ταξίδεψε σ' ένα χωριό για να αγοράσει μια μεγάλη ποσότητα ρυζιού. Όταν έφτασε, το ρύζι είχε ήδη πουληθεί σε άλλον έμπορο. Ο Σιντάρτα όμως έμεινε μερικές μέρες σ΄αυτό το χωριό, φίλευε τους γεωργούς, χάριζε νομίσμαατα στα παιδιά, γιόρτασε μαζί τους σε ένα γάμο και γύρισε από το ταξίδι του πολύ ευχαριστημένος..
Απόσπασμα από το βιβλίο Σιντάρτα, του Έρμαν Έσσε











